Ο πατριωτισμός των Αράβων ηγετών

19/06/2011

Αν οι βασιλιάδες και οι πρόεδροι του Αραβικού κόσμου είναι για κάτι συλλήβδην «υπερήφανοι» αυτό είναι η αγάπη τους προς την πατρίδα. Όλοι τους ανεξαιρέτως, δηλώνουν εδώ και δεκαετίες με περισσή αυταπάρνηση την πρόθεση τους να θυσιάσουν το αίμα και τη ψυχή τους για την χώρα και τον λαό τους.* Μάλιστα όλοι τους πάντα τόνιζαν τα όσα απίστευτα έχουν προσφέρει στους ταλαίπωρους υπηκόους τους, υπηκόους που μέσα στη μιζέρια τους στάθηκαν τόσο τυχεροί ώστε να έχουν Αυτούς για ηγέτες. Είναι αλήθεια πως στο διάβα των περασμένων χρόνων κάποιοι είχαν το θράσος να αμφισβητήσουν την ειλικρίνεια του λόγου τους. Μάλιστα κάποιοι από τους επικριτές ενίοτε παρέθεταν λογικοφανή επιχειρήματα τα οποία όμως ήταν αδύνατο να αποδειχτούν. Η απόδειξη ήταν δυνατό να έρθει μονάχα μέσα από μια ισχυρή δοκιμασία όπου όλα τα προσωπεία και οι μάσκες είναι καταδικασμένα να πέσουν.

Αν πιστευτέ ότι αερολογώ θυμηθείτε για λίγο τον βίο και την πολιτεία του στρατάρχη Πεταίν. Για τους αδαείς υπενθυμίζω πως ο τελευταίος ηγείτο των γαλλικών στρατευμάτων κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εξαιτίας αυτής του της θέσης δεν μπορούσε παρά να τιμηθεί πλειστάκις την επαύριον της νίκης της Αντάντ. Και δίχως αμφιβολία η υστεροφημία του θα παρέμενε ακηλίδωτη αν είχε πεθάνει πριν το 1940 ή αν έστω η Γραμμή Μαζινό δεν είχε αποδειχτεί τόσο αναποτελεσματική και ξεπερασμένη. Όμως, ως γνωστό 71 καλοκαίρια πριν η Βέρμαχτ παρέλαζε στα Ηλύσια Πεδία και εκείνη τη στιγμή ο γηραιός Πεταίν δέχτηκε να ηγηθεί μιας δωσίλογης κατοχικής κυβέρνησης. Αν κάποιος τολμούσε να αποκαλέσει προδότη και δωσίλογο τον Πεταίν πριν το 1940 θα κατέληγε ή στο τρελοκομείο, ή στο δικαστήριο, όπου ένας έντιμος λειτουργός της πολιτείας θα αποκαθιστούσε την τάξη. Ένας έντιμος λειτουργός, ακριβώς σαν και εκείνον που καταδίκασε τον Πεταίν σε θάνατο για εσχάτη προδοσία μετά την ήττα των Γερμανών. Φυσικά ο συγκεκριμένος δικαστικός ασκούσε το ίδιο λειτούργημα τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της χιτλερικής κατοχής. Θα μπορούσα να πω περισσότερα για τον καταλυτικό ρόλο του θεσμού της δικαιοσύνης στην παγκόσμια ιστορία, αλλά θα ήταν φρονιμότερο να μην βγω εκτός θέματος και να περιοριστώ στον πατριωτισμό που διέπει τα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας σε Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.

Με δυο λόγια τα φαινόμενα ενίοτε απατούν και μόνο υπό την επιρροή ακραίων καταστάσεων μπορούμε να δούμε το πραγματικό χρώμα των χαμαιλεόντων που θέλουν να αποκαλούνται άνθρωποι. Έτσι, ο πατριωτισμός όλων εκείνων που τα χαμογελαστά και γεμάτα αυτοπεποίθηση πρόσωπα τους πλημυρίζουν δημοσία δαπάνη εδώ και δεκαετίες τις γειτονιές του αραβικού κόσμου, δεν θα πρέπει να παίρνεται ως δεδομένος. Μάλιστα η αυτοπυρπόληση, λίγους μήνες πριν, του Τυνήσιου πράκτορα της Μοσάντ Μπουαζίζι ήρθε για να αποκαταστήσει την αλήθεια.**

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Λίγο πολύ όλοι οι Άραβες ηγέτες θέλουν να αναβιώσουν το μύθο του Σαλαντίν, θέλουν δηλαδή με κάποιο τρόπο να τους εμπιστευτούν όλοι οι άλλοι Άραβες και έτσι να φτιάξουν ένα στρατό που θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη στους Άγιους Τόπους. Επειδή όμως η ζωή είναι μικρή και επειδή επίσης κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την υπεροπλία του δημοκρατικού Ισραήλ, οι Άραβες δυνάστες έχουν από καιρό αναβάλλει το μακρόπνοο πλάνο και επικεντρώνονται κυρίως στα του οίκου τους. Έτσι, είτε de facto είτε de jure, συνθηκολογούν με το σιωνιστή εχθρό και ο αμυντικός τους σχεδιασμός προσανατολίζεται στην προστασία του έθνους από πιθανούς προβοκάτορες και τρομοκράτες. Η ενότητα αναδεικνύεται στο μοναδικό ζητούμενο και σε αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται πολυάριθμες υπηρεσίες ασφαλείας που αστυνομεύουν αφενός τον κόσμο και αφετέρου τους εαυτούς τους ώστε κανένας να μην τολμήσει να διανοηθεί να αμφισβητήσει την άρχουσα τάξη. Αναμφίβολα αυτή η κατάσταση οδηγεί σε μια σειρά από αντιπαραγωγικές παθογένειες αλλά οι θιασώτες της σταθερότητας διατρανώνουν χρόνια τώρα ότι μόνο έτσι διασφαλίζεται η συνέχεια τους κράτους. Μια τέτοια ανάγνωση οδηγεί αυτόματα στη διασπορά μιας συλλογικής μανίας καταδίωξης που με τη σειρά της οδηγεί μοιραία σε ένα αέναο κυνήγι μαγισσών. Έτσι, όταν ο άνεμος της αλλαγής φτάνει στην αυλή τους, με μεγάλη ευκολία κλείνουν πόρτες και παράθυρα χωρίς να καλοσκεφτούν τον κίνδυνο ασφυξίας που ελλοχεύει. Το παν για αυτούς είναι να μην αναστατώσει ο αέρας την τάξη που με κόπους χρόνων εκείνοι δημιούργησαν στο σπίτι. Και υπό αυτό το πρίσμα όποιος πνίγεται και αναζητά μια χαραμάδα για να ανασάνει δεν είναι παρά ένας Εφιάλτης που ανοίγει κερκόπορτες.

Με αυτή ακριβώς τη διάθεση και οπτική γωνία ρητορεύουν όσοι τυγχάνουν να απασχολούνται στα αραβικά κυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. Ανάμεσα τους και ένας Σύριος «δημοσιογράφος» που ανέλυε προχθές την κρίση στο Τζισρ Σουγούρ και τον ύπουλο ρόλο της Τουρκίας. Σε μια αποστροφή του λόγου του ο εν λόγω κύριος απέδωσε την λάθος συμπεριφορά του Ερντογάν στο γεγονός ότι τον καιρό της κρίσης είχε μπροστά του εκλογές. Η συγκεκριμένη αναφορά ξύπνησε στη μνήμη μου την εικόνα του Σαντάμ το 1992 να πανηγυρίζει την εκλογή του Κλίντον έναντι του πατήρ Μπους. Θα μου πείτε τη σχέση έχουν αυτά τα δύο περιστατικά. Η σχέση τους εντοπίζεται στο ότι και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει έμμεση παραδοχή της επίγνωσης εντός των αραβικών κοινωνιών ότι στον κόσμο υπάρχουν και άλλοι τρόποι διακυβέρνησης πέραν της δικτατορίας. Μάλιστα, όσο περισσότερο ο κόσμος μετατρεπόταν σε ένα ηλεκτρονικό χωριό, τόσο περισσότερο οικία γινόταν στους Άραβες η εικόνα των δυτικών δημοκρατιών. Το απλό ερώτημα «γιατί οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και όχι εμείς» σταδιακά και σιωπηλά διαχύθηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του αραβικού κόσμου, αλλά φυσικά κανένας λαός δεν πίστευε στην δύναμη του μέχρι που τα πράγματα άρχισαν να κινούνται από μόνα τους, αποδεικνύοντας ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια σπίθα αυθεντικής, ανυστερόβουλης και κατά πάσα πιθανότητα πολιτικά ανώριμης αγανάκτησης. Και το ερώτημα «γιατί οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και όχι εμείς» μετατράπηκε στο «γιατί οι Τυνήσιοι και όχι εμείς». Και τότε ήταν που οι Άραβες εξουσιαστές έδειξαν στον κόσμο πως εννοούν τον πατριωτισμό.

Όταν ο Μπεν Αλί τα βρήκε σκούρα, όταν δηλαδή οι στρατηγοί του αρνήθηκαν να διαλύσουν τους ταραξίες με πραγματικά πυρά, πήρε μερικά εκατομμύρια και την έκανε για τη Σαουδική Αραβία αρνούμενος να δικαστεί από τον λαό που υπηρέτησε για μια ζωή. Ο Μουμπάρακ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα με πρόσθετη αστυνομική δύναμη και κόψιμο των τηλεπικοινωνιών. Όταν τα συγκεκριμένα μέτρα απέτυχαν ο στρατός επενέβη αρνούμενος να πυροβολήσει. Πολλοί είπαν πως η ουδετερότητα του στρατού ήταν καταλυτική, αν όμως ο κόσμος είχε υπακούσει στις εκκλήσεις των στρατιωτικών να φύγουν από την πλατεία ή οι καταληψίες της Ταχρίρ δεν είχαν αντισταθεί με επιτυχία στους παρακρατικούς του Μουμπάρακ, τότε ίσως ο τελευταίος σήμερα αντί να περιμένει την έναρξη της δίκης του μάλλον θα ήταν ακόμα πρόεδρος. Τόσο ο Μουμπάρακ, όσο και ο Μπεν Αλί στα διαγγέλματα τους συνέδεαν την παραμονή τους στην εξουσία με το καλό του έθνους τους. Όταν αμφότεροι πήραν την άγουσα, η θύελλα των γιασεμιών αφενός ταξίδεψε στη Λιβύη και αφετέρου έδωσε περισσότερο θάρρος στους ήδη διαμαρτυρόμενους Υεμένιους. Ο Σάλεχ και ο Καντάφι βλέποντας τα δεινά των συναδέλφων τους αποφάσισαν να αντισταθούν μέχρι την τελευταία ρανίδα αίματος των πολιτών τους ώστε να παραμείνουν στην εξουσία. Αντί να φύγουν διακριτικά από το προσκήνιο γαντζώθηκαν στις καρέκλες τους βυθίζοντας τις χώρες τους σε ένα φαύλο κύκλο βίας και αβεβαιότητας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα πλακάτ στη Βεγγάζη στην αρχή της εξέγερσης όπου έλεγε πως δεν υπάρχει ανάγκη ξένης επέμβασης διότι οι Λίβυοι μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους. Πολύ σύντομα όμως το τροπάριο άλλαξε και οι Λίβυοι εξεγερμένοι αναγκάστηκαν να προσφύγουν στη διεθνή επέμβαση για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν το πείσμα του ημίτρελου συνταγματάρχη και των γιών του που αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την προνομιούχο τους ζωή ορκίστηκαν να εξοντώσουν τους αρουραίους. Αν ο Καντάφι δεν είχε προτάξει το προτάξει το προσωπικό συμφέρον προ του εθνικού και είχε φύγει, τότε όχι μόνο χιλιάδες τραγωδίες θα είχαν αποτραπεί, αλλά και ο λιβυκός λαός θα είχε στα χέρια του τις πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές. Όμως ο ιδιότυπος πατριωτισμός του Καντάφι εξανάγκασε τους διαδόχους του να υποθηκεύσουν de facto τη χώρα τους στο ΝΑΤΟ και τους πρώην σύμμαχους του εκκεντρικού σκηνίτη. Έτσι σήμερα οι εκπρόσωποι του Προσωρινού Εθνικού Συμβουλίου της Βεγγάζης, αντί να χτίζουν μια πρότυπη δημοκρατία στη Βόρειο Αφρική εκμεταλλευόμενοι τον ορυκτό πλούτο και το μικρό πληθυσμό της χώρας τους, είναι αναγκασμένοι να περιφέρονται σα διεθνείς ζητιάνοι όπλων από τη Ντόχα μέχρι την Ουάσιγκτον. Το ίδιο έργο σε μικρότερο βαθμό λαμβάνει χώρα στο νοτιοδυτικό άκρο της αραβικής χερσονήσου. Εκεί, οι φτωχοί Υεμένιοι αντί να προετοιμάζουν το ούτως ή άλλως δύσκολο για αυτούς αύριο καθημερινά φλερτάρουν με το ενδεχόμενο του εμφυλίου εξαιτίας του προέδρου τους. Και αυτό γιατί ο Αλί Αμπντάλλα Σάλεχ αντί να νοιάζεται για το μέλλον της πατρίδας του προσπαθεί να φροντίσει για ένα πράγμα μόνο. Και αυτά είναι δεν είναι άλλο από το πως ο ίδιος δεν θα πληρώσει για τον πόνο και το αίμα που προκάλεσε τους τελευταίους μήνες.

Δίχως αμφιβολία το μεγαλύτερο επίτευγμα του συγκεκριμένου πατριωτισμού ήταν η αναγέννηση της πίστης σε όλους τους συναδέλφους τους ότι «τελικά με λιγότερη, ή περισσότερη καταστολή μπορούμε να επιβιώσουμε». Με άλλα λόγια, χωρίς το πείσμα του Καντάφι και του Σάλεχ ειλικρινά δεν ξέρω πως ο βασιλιάς του Μπαχρέιν θα έβρισκε το θάρρος να διατάξει την εκκαθάριση της πλατείας του Μαργαριταριού στη Μανάμα. Η ίδια ιστορία και στη Συρία, σήμερα το μέλλον του Μπασάρ είναι αβέβαιο αλλά η ανατροπή του δεν είναι σίγουρη καθώς δύσκολα μπορεί να πει κανείς αν έχει περάσει ή όχι το σημείο χωρίς επιστροφή. Αλλά αν από τον Απρίλιο κυμάτιζε σε Τρίπολη και Σάνα η σημαία του καινούργιου τότε ο φόβος που κρατά πολλούς στη Δαμασκό μακριά από διαδηλώσεις θα είχε υποχωρήσει πριν αρκετές εβδομάδες και ίσως με πολύ λιγότερα θύματα η χώρα να είχε μπει σε μια τελείως διαφορετική τροχιά. Αλλά μέχρι σήμερα, και μάλλον για αρκετό καιρό ακόμα, η συριακή τηλεόραση θα προπαγανδίζει με κάθε μέσο τη σωτηρία της χώρας, τα συμφέροντα και η προκοπή της οποίας ταυτίζονται φυσικά με την μακροημέρευση του πρώτου πολίτη και πρώτου πατριώτη, που δεν είναι άλλος από τον Μπασάρ.

* Και σχεδόν πάντα η προσφορά τους συνοδεύεται από την «αυθόρμητη» κραυγή των μαζών ότι θα κάνουν το ίδιο για αυτούς. Έτσι η πιο γνώριμη ιαχή από το Γιβραλτάρ μέχρι το Περσικό Κόλπο είναι το «μπι ροχ, μπι νταμ, ναντφίκ για Μπασάρ, Χαφέζ, Σαντάμ, Γκαμάλ κτλ» που θα πει πως με τη ψυχή και το αίμα μας θυσιαζόμαστε για σένα (όνομα τοπικού ηγέτη).

** Συγνώμη για τον ίσως υπερβολικά σαρκαστικό τόνο, αλλά αν κάτι απέρριπτα από πάντα και τώρα σιχαίνομαι είναι οι θεωρίες συνομωσίας.

Advertisements
This entry was posted in Γενικά and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s