Αντί Επιλόγου

29/07/2011

Το λογικό θα ήταν να γράψω κάτι σχετικά με το κύκνειο άσμα των εμπειριών μου από τα ξένα. Δεν θα το κάνω. Πρώτον γιατί αυτά που είδα ξεπερνούν κατά πολύ τα στενά όρια ενός κράτους και δεύτερον γιατί τα πράγματα στην Ελλάδα έχουν το δικό τους ενδιαφέρον. Είναι μάλιστα γεγονός ότι τη μέρα που ο Παπανδρέου ζήτησε και πήρε τη ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο το Al Jazeera μετέδιδε για ώρα εικόνα από το κατάμεστο Σύνταγμα. Η κρίση της Ελλάδας, και κυρίως η «αγανάκτηση» των πολιτών της, ήταν πρώτο θέμα στα διεθνή δίκτυα και αυτό δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει προσθετικά στη νοσταλγία, που ούτως ή άλλως, με κυρίευε από βδομάδες. Για καλή μου τύχη δεν άργησα πολύ, ήμουν δηλαδή Αθήνα τόσο στις 28, όσο και στις 29 του περασμένου Ιουνίου. Το σούρουπο εκείνης της Τετάρτης ο ψυχισμός είχε διαταραχτεί, και η αιτία δεν ήταν τα δακρυγόνα. Ήθελα από τότε να γράψω για αυτά, αλλά οι φωνές που μου έλεγαν «με ποιοι δικαίωμα εσύ που λείπεις δυο χρόνια από την Ελλάδα θα μας πεις τι γίνεται εδώ;» με έκανε να αναβάλω για λίγο τον επίλογο που τώρα εσείς διαβάζετε. Για αυτό και σήμερα, πάνω στο μήνα δηλαδή της μεγαλύτερης καταστολής που είδε η Ελλάδα της μεταπολίτευσης αποφάσισα να γράψω για το πώς είδαν τα δικά μου μάτια τα γεγονότα, όχι τόσο υπό τη μορφή μαρτυρίας, αλλά κυρίως μέσω της προσπάθειας απάντησης ορισμένων ερωτημάτων που ακόμα με βασανίζουν.

Τι είναι οι «Αγανακτισμένοι»;

Πολλοί αναρωτήθηκαν τι ήταν/είναι αυτοί οι αγανακτισμένοι. Δεξιοί; Αριστεροί; Κεντρώοι; Ιδεολόγοι; Ξεπεσμένοι λόρδοι; Κηφήνες της φαιδρής ανάπτυξης που τους ξέρασε το σύστημα; Νέοι; Γέροι; Όπως όλοι ξέρουμε σαφής απάντηση δεν υπάρχει. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι τόσο το όνομα, όσο και ο τρόπος διαμαρτυρίας είναι δανεικά. Μάλιστα, είναι κάτι παραπάνω από γνωστή η ιστορία που θέλει τους Ισπανούς να μας προσάπτουν πολιτική υπνηλία και στη συνέχεια το φιλότιμο του Έλληνα να μην αντέχει και ως δια μαγείας να «ξυπνάμε». Το παραπάνω δεν είναι τίποτα άλλο από μια επινόηση των media αλλά στη ζωή κάποια λόγια και ενέργειες παράγουν συντριπτικά αποτελέσματα μόνο και μόνο γιατί μένουν στο θυμικό των ανθρώπων «διαστρεβλωμένα». Φράσεις σαν το «αγαπάτε αλλήλους» ή το «πίστευε και μη ερεύνα» συνοδεύονταν από παραγράφους και επεξηγήσεις που καμία σημασία δεν έχουν για όσους λένε ή ακούν τα ανωτέρω. Η σημασία τους στο διάβα των αιώνων ταυτίστηκε με την παρερμηνεία της λαϊκής σοφίας, της ίδια σοφίας που θέλει την αστερόεσσα να ανεμίζει στη Σελήνη. Σε αυτό το πλαίσιο λειτούργησαν και λειτουργούν φράσεις σαν το «δυστυχώς επτωχεύσαμε», «λεφτά υπάρχουν» και «μαζί τα φάγαμε». Οι χιλιάδες που κατέκλεισαν το Σύνταγμα, ακόμα και αν πήγαν επειδή νόμισαν ότι τους έθιξαν οι Ισπανοί αδελφοί, παρέμειναν πολύ παραπάνω στις πλατείες από του Ίβηρες επειδή απλά υπήρχε λόγος. Τέλος, επέλεξαν τις πλατείες διότι από κοινού Έλληνες και Ευρωπαίοι τηλεθεατές είχαν πριν λίγους μήνες δει ότι αυτή η μέθοδος είναι αποτελεσματική. Καθεστώτα που μέχρι τον περασμένο Δεκέμβρη όλοι οι ειδικοί τα χαρακτήριζαν σταθερά και με «προοπτική» κατέρρευσαν σε χρόνο dt σαν τραπουλόχαρτα. Ο άνθρωπος, όπως έχει αποδείξει το διάβα της ιστορίας, είναι μιμητικό και φυγόπονο όν, θα προτιμήσει δηλαδή την έτοιμη λύση από τον αυτοσχεδιασμό και, κακά τα ψέματα, ελάχιστοι έχουν στη ζωή τους ορίσει να φυλάνε Θερμοπύλες. Άλλα όσο οι σημερινοί Έλληνες δεν σχετίζονται με τους 300 του Λεωνίδα, άλλο τόσο δεν μπορούν να ταυτιστούν με Αιγύπτιους, Τυνήσιους, Σύριους και Λίβυους. Αντίθετα είμαστε μια ιδιαίτερη ομάδα. Και τι μας χαρακτηρίζει; Μα φυσικά το ότι τα δύο τελευταία χρόνια έχουμε βρεθεί στο μάτι ενός οικονομικού κυκλώνα και σε αυτό το διάστημα όσο περισσότερο άγγιζε τον καθένα μας η κατάσταση, τόσο περισσότερο μας πλημύριζε η θέληση να μάθουμε τι μας συνέβη και κυρίως γιατί μας συνέβη. Σε αυτό το πλαίσιο οι πιο δυναμικές ομάδες του πληθυσμού (20 έως 50 ετών) επιδόθηκαν στην αναζήτηση της αλήθειας αψηφώντας τα «έγκριτα» δημοσιογραφικά χείλη. Με αυτό τον τρόπο, οι αντικρουόμενες και κάθε λογής πληροφορίες που υπήρχαν και αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο διαμόρφωσαν μια περίεργη κοινωνία εντός της οποίας υπήρξε μια πανσπερμία απόψεων των οποίων οι φορείς ήθελαν απελπισμένα να διαδώσουν μα όχι να συζητήσουν. Το μόνο που έλειπε ήταν ένα έναυσμα για δράση, έναυσμα το οποίο τελικά δόθηκε όταν ένας 18χρονος μέσω facebook κάλεσε τους Έλληνες να απαντήσουν στην ισπανική πρόκληση.

Πως αντέδρασαν οι διάφοροι «θεσμοί» και εστίες αντιπολίτευσης;

Οι «Αγανακτισμένοι» επιδίωξαν και πέτυχαν να ξεπεράσουν τα κόμματα. Με αυτό τον τρόπο οι μέχρι τότε ανέκφραστοι επιτέλους εκφράστηκαν, ή τουλάχιστον έτσι νόμισαν. Η «μόδα», το διαφορετικό, η δίψα για κάτι καλύτερο και κυρίως τα αποτελέσματα της κρίσης που ακούμπησαν τους πάντες οδήγησαν στην μεγαλύτερη συγκέντρωση της μεταπολίτευσης. Ο Γκάντι έλεγε πως «πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν και μετά νικάς». Αν εξαιρέσουμε το αισιόδοξο επιμύθιο του γνωμικού όλα τα άλλα τα είδαμε, και σε αυτή την προσπάθεια εκτός από την κυβέρνηση συμμετείχε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλοι εκείνοι που έχουν αναθέσει στους εαυτούς τους την αποστολή της λαϊκής αντίστασης, αποστολής που όπως απέδειξε η ζωή δεν εξυπηρετήθηκε. Με αυτό το σκεπτικό, από την πρώτη μέρα της αγανάκτησης, το ΚΚΕ πήρε αποστάσεις. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Παπαρήγα πολλές φορές τα δύο τελευταία χρόνια είχε εγκαταλείψει τη ξύλινη γλώσσα και με απλότητα καλούσε τον κόσμο να αντιδράσει ώστε να αναχαιτίσει τα χειρότερα καθώς η «έφοδος στον ουρανό» δεν είναι της παρούσης. Είχε απόλυτο δίκιο, αλλά όταν τελικά ο κόσμος βγήκε στις πλατείες ο Περισσός πήρε αποστάσεις μη μπορώντας ενδεχομένως να χωνέψει τον καθολικό αποκλεισμό των κομμάτων. Έτσι, υιοθέτησε την προσέγγιση των έτερων ειδικών της επανάστασης, εκείνων που συχνάζουν στα Εξάρχεια και δεν μπορούσαν να ανεχτούν ότι facebook addicts, Μαρουσιώτες, Γλυφαδιώτες, θρησκόληπτοι, φασίστες, υστερόβουλοι νεοδημοκράτες, μετανοημένοι πασόκοι, αριστεροχαρούμενοι και λοιποί «αναρμόδιοι» μπήκαν στα χωράφια τους. Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη κριτική δεν είναι αβάσιμη, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτές οι κατηγορίες αποτελούν την Ελλάδα και καλώς ή κακώς δεν χρειάζεται να έχεις προϋπηρεσία επαναστατικής γυμναστικής για να δικαιούσαι να κατέβεις σε διαδήλωση. Μάλιστα, οι συγκεκριμένες αιτιάσεις δεν εκφράστηκαν μόνο από την Αριστερά αλλά και από συλλογικότητες σαν την Χρυσή Αυγή. Τέλος, τα ίδια είπαν και όσοι έψαχναν ένα άλλοθι για να συνεχίζον να αναπαύονται στο καναπέ τους. Θυμάμαι ακόμα κάποιον να λέει πως αυτοί που διαδηλώνουν είναι εκεί επειδή πείνασαν, ξεβολεύτηκαν και ότι αν ο Παπανδρέου τους διόριζε κάπου θα έφευγαν τρέχοντας από το Σύνταγμα και ο συγκέκριμένος φίλος τελείωνε το συλλογισμό του φωνάζοντας, «εγώ δεν μπορώ να πάω με αυτούς». Χρέωνε δηλαδή στον λαό ταπεινά κίνητρα. Θα συμφωνήσω ότι στα λεγόμενα του υπάρχει μια βάση, αλλά επιτρέψατε μου να υπενθυμίσω πως το 1789 οι Γάλλοι «ξεβράκωτοι» εξεγέρθηκαν επειδή ο Παπακωνσταντίνου της εποχής, ονόματι Νεκέρ, τους είχε ταράξει στους φόρους για να ισορροπήσει τα οικονομικά του κράτους μετά από ένα πολύ βαρύ χειμώνα. Όλοι εκείνοι οι ταπεινοί και οι άθλιοι λοιπόν, όχι μόνο οπαδοί του Βολταίρου ή του Μοντεσκιέ δεν ήταν, αλλά ούτε το όνομα τους δεν ήξεραν να γράψουν. Και όμως για λογαριασμό τους έχει γραφτεί μια θάλασσα από βιβλία που δείχνουν πως συνηθισμένοι άνθρωποι γίνονται γίγαντες όταν οι συγκυρίες τους αναγκάζουν να δράσουν ασυνήθιστα. Το έσχατο επιχείρημα των καχύποπτων, εκείνων δηλαδή που θα χρέωναν ευχαρίστως τον έλεγχο της δυσκοιλιότητα στον ιμπεριαλισμό ή τη Λευκή Πυραμίδα της Τάκλαμακάν, ήταν η ευμενής κάλυψη της «αγανάκτησης» από τα mainstream media. Από την άλλη βέβαια, πολλοί από τους αγανακτισμένους κατηγορούσαν τα κανάλια για ελλιπή και αποσπασματική κάλυψη. Το σκηνικό μου θύμισε ένα πείραμα που έκανε πριν χρόνια ένας καθηγητής στην Αμερική ο οποίος παρουσίασε ένα σχετικά μετριοπαθές ντοκιμαντέρ για την Παλαιστίνη σε δύο ομάδες φοιτητών με σαφείς απόψεις υπέρ ή κατά του Ισραήλ. Οι φοιτητές στο τέλος κλήθηκαν να αξιολογήσουν αν το ντοκιμαντέρ έκλινε προς τη μία ή την άλλη πλευρά ή ήταν ουδέτερο. Ελάχιστοι τάχθηκαν υπέρ της τρίτης άποψης και είναι χαρακτηριστικό πως οι υποστηρικτές του Ισραήλ αντιλήφθηκαν την παραγωγή ως προπαγάνδα εναντίον του εβραϊκού κράτους ενώ όσοι είχαν δηλώσει αλληλέγγυοι του παλαιστινιακού αγώνα πίστεψαν πως το ντοκύμαντερ προωθούσε την επιχειρηματολογία των σιωνιστών. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι συχνά αντιλαμβάνονται τα πράγματα όχι όπως είναι αλλά με τον τρόπο που θα ήθελαν να είναι. Και στο κάτω κάτω η Ελλάδα ευτυχώς δεν είναι Συρία όπου η βιντεοσκόπηση επιφέρει το θάνατο, και ως εκ τούτου η απροσδόκητη συγκέντρωση χιλιάδων έξω από το κοινοβούλιο δεν μπορεί παρά να ελκούσε τις κάμερες που στην εποχή μας τρέχουν πίσω όχι από την είδηση, αλλά το θέαμα. Και το Σύνταγμα, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί, πως ειδικά τις πρώτες αγανακτισμένες μέρες ήταν κυρίως ένα θέαμα.

Τώρα που η «αγανάκτηση» φθίνει, τι και ποιος ωφελείται;

Σήμερα ένα μήνα μετά τη μεγάλη καταστολή οι πλατείες έχουν σχεδόν αδειάσει και όλοι οι γιαλαντζί επαναστάτες πήραν τον δρόμο της παραλίας αποτρέποντας αφενός λανθασμένες επαναστατικές εκτροπές και αφετέρου καθησυχάζοντας τη συνείδηση όσων στάθηκαν κριτικά απέναντι στο «αγανακτισμένο πλήθος»; Πέρα από τις δύο σωτήριες προαναφερθείσες συνέπειες το άδειασμα της πλατείας συνεπάγεται ευκολότερη εκχώρηση εθνικής γης, κυριαρχίας, απομόνωση των ομάδων που μία μία έρχεται αντιμέτωπη με τις επιταγές της τρόικας (βλ. ταξί, απολύσεις στο δημόσιο), πιο άνετη κίνηση βουλευτών και φυσικά διαιώνιση του πολιτικού συστήματος που αφού μας πότισε με τα πιο αισχρά ψεύδη μας οδήγησε στην ανέχεια αφού όμως προηγουμένως εξασφάλισε το παντεσπάνι των εκπροσώπων του. Σε όσους βιαστούν να μου χρεώσουν λαϊκισμό θα τους υπενθυμίσω πως ο Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια μιας εξαντλητικής πορείας στην έρημο κατάφερε να ξεδιψάσει τον στρατό του όταν δημόσια αρνήθηκε να πιει από τον γεμάτο νερό κρατήρα που του έφεραν οι υπασπιστές του.

Που υπάρχει η μεγαλύτερη ευθύνη;

Όλοι συμφωνούν πως το ορόσημο της κινητοποίησης ήταν η 48ωρη απεργία της ΓΣΕΕ στις 28-29 Ιουνίου. Πολλά έχουν γραφτεί για οργανωμένο σχέδιο παρακρατικών κυβέρνησης, για τη συνεργασία ΜΑΤ κουκουλοφόρων, την εκτεταμένη καταστολή και το σχέδιο απομάκρυνσης του κόσμου από την πλατεία. Είναι αλήθεια ότι τα επεισόδια της 15ης και 28ης Ιουνίου έκανε πολύ κόσμο να μην κατέβει στη συγκεντρώση της 29ης.. Βασικά, ήταν απόλυτα φυσιολογικό για απλούς ανθρώπους, απλούς εργαζόμενους, άβγαλτους φοιτητές, γυναίκες και παιδιά με κατά κανόνα μικρή εμπειρία από διαδηλώσεις και αλλεργία στα δακρυγόνα να κάτσουν προληπτικά σπίτι. Όμως το να φτάσουμε να πιστεύουμε ότι σε μια χώρα με δημόσια διοίκηση για κλάματα υπάρχει ένας παρακρατικός μηχανισμός που λειτουργεί άψογα εδώ και 40 χρόνια πάει πολύ. Και πάει πολύ γιατί όλα αυτά τα χρόνια κανένα μα κανένα αδιάσειστο στοιχείο δεν έχει βγει στην επιφάνεια. Επιπλέον η ιστορική μνήμη μας διδάσκει πως όταν το παρακράτος ενεργοποιήθηκε στην περιβόητη υπόθεση Λαμπράκη, λειτούργησε πάλι με την γνωστή ελληνική προχειρότητα δίνοντας την ευκαιρία σε ένα «σπασίκλα» ανακριτή να ξεσκεπάσει με σχετική ευκολία τη συνομωσία. Μάλιστα το περιβόητο βίντεο με τους συνδικαλιστές της ΕΘΕΛ φανέρωσε πως αν υπήρχε τρόπος να αποδειχτεί η ύπαρξη του παρακράτους των Εξαρχείων, τα «καθεστωτικά» μέσα μετά χαράς θα έδιναν χρόνο στην «αντικαθεστωτική» Κανέλλη να ξεμπροστιάσει την μοχθηρή, άρα ικανή, αστυνομία. Κατά τη γνώμη μου η αλήθεια κρύβεται κάπου αλλού, στο γεγονός ότι τις μέρες της απεργίας ομάδες που έχουν μάθει να λειτουργούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο βρήκαν την ευκαιρία να το ξανακάνουν, και αυτό όχι επειδή αναγκαστικά φταίνε, αλλά επειδή η μηνιαία μέχρι τότε διαμαρτυρία στο σύνταγμα, αφού ξεπέρασε τα κόμματα, δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό της. Δεν κατάφερε, με άλλα λόγια, να βρει μια πολιτική πυξίδα, ηγέτες, σχέδιο και εν τέλει μια εναλλακτική πρόταση που θα ενέπνεε χιλιάδες σκεπτόμενους πολίτες και που έτσι άφηνε στο περιθώριο τις κομματικές παρελάσεις και τις, εκ του αποτελέσματος, ανούσιες συγκρούσεις με τα ΜΑΤ. Έτσι, η πλατεία αντί να βγάλει κάτι καινούργιο, ενίσχυσε ακραίες ομάδες και όποιος βρέθηκε στο Σύνταγμα εκείνες τις μέρες μπορούσε με μεγάλη ευκολία να διακρίνει την πόλωση ανάμεσα σε «Αριστερούς» και «Δεξιούς», με αποτέλεσμα η αστυνομία να μην έχει να κάνει με δέκα κουκουλοφόρους αλλά με αρκετές εκατοντάδες αντιεξουσίαστες που, όπως φανερώνει μια προσεκτική ανάγνωση των εκθέσεων της ΕΛ.ΑΣ, σε πολλά επίπεδα επέδειξαν επιχειρησιακή αναβάθμιση. Επιπλέον οι λίγες χιλιάδες κόσμου που επέλεξε να μείνει στο Σύνταγμα εκείνες τις δύο μέρες επέδειξε απίστευτη αντοχή παρά τα 3,000 δακρυγόνα που αναγκάστηκε να εισπνεύσει και παρά τα δάκρυα, τα malox και τους καπνούς βελτίωσε κατά πολύ την πολιτική του ορατότητα.


Η «αγανάκτηση» πέτυχε;

Όσο ο Γιωργάκης εμφανίζεται σαν σωτήρας, όσο το μέλλον του πολιτικού μας συστήματος φαντάζει ακλόνητο, όσο αμφιταλαντευόμαστε μεταξύ καναπέ και ωχαδελφισμού, όσο δεν είμαστε έτοιμοι για θυσίες, όσο δεν είμαστε έτοιμοι να δούμε την καμπούρα μας, όσο δεν είμαστε έτοιμοι να τολμήσουμε, όσο δεν είμαστε έτοιμοι να παράγουμε, να πάμε ένα βήμα παραπέρα τότε το Σύνταγμα θα παραμείνει ένα πανηγύρι και μια φαιδρή ανάμνηση διαχείρισης τύψεων, σαν εκείνη του Πολυτεχνείου και των «ηρώων» του. Για καλή μας τύχη όμως το μέλλον έχει πολλά ψωμιά ακόμα και η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε.

Advertisements
This entry was posted in Γενικά and tagged , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Αντί Επιλόγου

  1. Ο/Η Vasiliki Riga λέει:

    Άλλο ένα εμπνευσμένο άρθρο!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s